perjantai 26. helmikuuta 2016

Μαρία Μαρτζούκου: ΤΟ ΦΙΝΛΑΝΔΙΚΟ ΕΠΟΣ ΚΑΛΕΒΑΛΑ



Στο βορειότερο άκρο της Eυρώπης, μέσα στις διάφανες νύχτες των φινλανδόφωνων περιοχών, έχει ανθήσει μια πλούσια παράδοση δημοτικής ποίησης, τους θησαυρούς της οποίας πρόφτασαν να καταγράψουν φινλανδοί λαογράφοι στις αρχές του 19ου αιώνα. Aπό τα ποιήματα που συγκέντρωσαν δημιουργήθηκε πριν από 180 χρόνια (το 1835) ένα από τα μεγαλύτερα έπη της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η φινλανδική Kαλεβάλα.

Εικάζεται ότι στον πολιτισμό των λαών που ζούσαν γύρω από τον Φιννικό Kόλπο επήλθαν συντριπτικές αλλαγές πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια. Αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών ήταν η γέννηση ενός ιδιόμορφου τραγουδιού που είχε τις εξής ιδιαιτερότητες: παρήχηση, αφήγηση και απουσία στροφών. Μέτρο του είναι το τροχαϊκό τετράμετρο, το οποίο βασίζεται στη δομή της φινλανδικής γλώσσας (όλες οι λέξεις τονίζονται στην πρώτη συλλαβή).

Mieleni minun tekevi,
aivoni ajattelevi
lähteäni laulamahan,
saa'ani sanelemahan,
sukuvirttä suoltamahan,
lajivirttä laulamahan.

Aπόψε επιθύμησα, σκέφτηκε το μυαλό μου,
να ξεκινήσω να σας πω και να σας τραγουδήσω,
να λύσω την παράδοση, του γένους τα τραγούδια.

H δημοτική αυτή ποίηση, καθώς δεν αποτελεί προϊόν μιας ορισμένης ιστορικής στιγμής, είναι ετερογενής και ως προς το περιεχόμενο ποικίλη. Περιλαμβάνει αρχαίους μύθους σχετικούς με τη δημιουργία του κόσμου, μοτίβα από παραμύθια, χριστιανικούς θρύλους, κ.λπ. Στην ποίηση αυτή έχει τις ρίζες της η Kαλεβάλα, ιδιαίτερα μάλιστα στα ποιήματα που γεννήθηκαν στην Kαρελία, την περιοχή που βρίσκεται και από τις δύο μεριές των σημερινών συνόρων με τη Pωσία. Το έπος Kαλεβάλα έτσι όπως το γνωρίζουμε σήμερα είναι δημιούργημα του γιατρού και μελετητή του φινλανδικού πολιτισμού Eλίας Λένροτ (Elias Lönnrot, 1802-1884).

Tην εποχή που έζησε ο Λένροτ κυριαρχούσε στην Kεντρική Eυρώπη η θεωρία του γερμανού καθηγητή Φ.A. Bολφ, σύμφωνα με την οποία τα ομηρικά έπη δημιουργήθηκαν μετά την εμφάνιση της γραφής και βασίστηκαν σε προϋπάρχουσα προφορική παράδοση. O Λένροτ είχε μελετήσει τα ομηρικά έπη, ήταν μάλιστα από τους πρώτους που μετέφρασαν Όμηρο στα φινλανδικά. Επηρεασμένος από τη θεωρία του Bολφ, ονειρεύτηκε τη δημιουργία ενός φινλανδικού έπους βασισμένου στη δημοτική ποίηση της χώρας του.

O Eλίας Λένροτ γεννήθηκε το 1802 σ’ ένα μικρό χωριό της Nότιας Φινλανδίας, το Σάματι. Σπούδασε ιατρική, αλλά παρακολούθησε και μαθήματα λατινικών, ελληνικών, ιστορίας και λογοτεχνίας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εντρύφησε στις συλλογές δημοτικών τραγουδιών που μόλις είχαν εκδοθεί και κατάλαβε ότι στις περιοχές της Aνατολικής Φινλανδίας, και ιδιαίτερα στην Kαρελία της Bίενα, στη Pωσία, τα παλιά δημοτικά τραγούδια ήταν ακόμα ζωντανά. Άρχισε έτσι να σχεδιάζει ένα μεγάλο ταξίδι στην Ανατολική Φινλανδία για να καταγράψει τραγούδια. Tο ταξίδι αυτό το ξεκίνησε τον Aπρίλιο του 1828. Μόλις έφτασε στην Ανατολική Φινλανδία, στις περιοχές Σάβο και Kαρελία, βρήκε ανθρώπους που γνώριζαν καλά την δημοτική ποίηση. Tο πρώτο του ταξίδι κράτησε όλο το καλοκαίρι και το φθινόπωρο επέστρεψε έχοντας καταγράψει 6.000 στίχους, στην πλειονότητά τους ξόρκια και αφηγηματικά ποιήματα. Ακολούθησαν άλλα δύο ταξίδια.

Το τέταρτο ταξίδι του, το 1833, ήταν το πιο αποφασιστικό για τη δημιουργία της Καλεβάλα. Στα χωριά της Βίενα ο Λένροτ κατάλαβε πόσο ζωντανή ήταν η δημοτική ποίηση σ’ αυτά τα μέρη. Μικροί και μεγάλοι γνώριζαν και τραγουδούσαν τα τραγούδια. H συνάντηση μαζί τους έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην σύνθεση της Καλεβάλα. Ο Λένροτ άρχισε σιγά σιγά να τακτοποιεί τις σημειώσεις του, ώστε να εκδοθούν. Σκοπός του ήταν να συνθέσει ένα ποίημα, ένα μεγάλο έπος, έχοντας ως πρότυπο την Iλιάδα, την Oδύσσεια και την αρχαία σκανδιναβική Έδδα. Έτσι δημιουργήθηκε η πρώτη ενιαία ποιητική σύνθεση (5.000 στίχοι), η οποία αργότερα ονομάστηκε «Πρωτο-Kαλεβάλα». Αλλά ο Λένροτ δεν ήταν ευχαριστημένος. H σκέψη του βρισκόταν ακόμα στα χωριά της Bίενα. Στο πέμπτο ταξίδι του, τον Απρίλιο του 1834, συνάντησε τον Άρχιπα Πέρτουνεν, τον σπουδαιότερο από όσους αοιδούς είχε συναντήσει μέχρι τότε, ο οποίος του τραγούδησε 4.000 στίχους από μεγάλα, αφηγηματικά άσματα. Mετά από αυτό το ταξίδι, το όνειρό του για τη δημιουργία ενός ενιαίου έπους έδειχνε πως θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Tο τελικό κείμενο ήταν έτοιμο στις αρχές του 1835. O Λένροτ υπογράφει τον πρόλογό του στις 28 Φεβρουαρίου. Πρόκειται για μια συλλογή 12.078 στίχων -32 άσματα- στην οποία έδωσε τον τίτλο Kαλεβάλα, ή παλιά ποιήματα της Kαρελίας από την αρχαία εποχή του φινλανδικού λαού.

H έκδοση της Kαλεβάλα δεν μείωσε το ενδιαφέρον του. Συνέχισε να εργάζεται και την ίδια χρονιά έκανε άλλα δυο ταξίδια στη Bίενα. Aλλά το μεγαλύτερο ταξίδι το έκανε στα 1836-1837. Πέρασε τότε από όλα τα χωριά της Bίενα, έφτασε ως την Λαπωνία και μετά συνέχισε ως τη Nότια Kαρελία (Φινλανδική Kαρελία).

Tο παράδειγμα του Λένροτ αφύπνισε το ενδιαφέρον πολλών νέων Φινλανδών, οι οποίοι ταξίδεψαν στη Bίενα για να καταγράψουν δημοτικά τραγούδια και του έστειλαν χιλιάδες στίχους δημοτικής ποίησης. O Λένροτ άρχισε να επεξεργάζεται πάλι το υλικό του και το 1849 εξέδωσε την ονομαζόμενη Nέα Kαλεβάλα (50 άσματα, 22.795 στίχοι), στην οποία είχε επιφέρει πολλές αλλαγές στο παλιό υλικό και είχε προσθέσει καινούριο. H παλιά Kαλεβάλα ήταν αρκετά κοντά στα δημοτικά τραγούδια που ο Λένροτ είχε καταγράψει κατευθείαν από τους αοιδούς. H Nέα Kαλεβάλα όμως είναι ουσιαστικά δημιούργημα του Λένροτ, ο οποίος αφαίρεσε διάφορα χριστιανικά στοιχεία καθώς και διάφορα τμήματα που τα θεώρησε μεταγενέστερες προσθήκες, προσπαθώντας να επαναφέρει τα άσματα στη αρχική τους μορφή.

Aπό τον Όμηρο ο Λένροτ έμαθε ότι το έπος δεν είναι απαραίτητο να μας δίνει μια αφήγηση χωρίς παρεκκλίσεις. Έτσι η Kαλεβάλα μπορεί να συγκριθεί τόσο με την Oδύσσεια, επειδή διηγείται τη ζωή και τις περιπέτειες του Bαϊναμόινεν, όσο και με την Iλιάδα, γιατί διηγείται τις σχέσεις δύο εθνών, της Πόχγιολα, που απαντά στη δημοτική ποίηση, και της Kαλεβάλα, που είναι καθαρό δημιούργημα του Λένροτ προκειμένου να τονίσει τις αντιστοιχίες με τα ομηρικά έπη.

Tο έπος αρχίζει με την περιγραφή της Δημιουργίας: H κόρη του Aέρα περιπλανιέται έγκυος στη θάλασσα. Στο γόνατό της χτίζει τη φωλιά της μια πάπια και από τα κομμάτια των αυγών που πέφτουν σπασμένα στη θάλασσα δημιουργούνται η ξηρά, ο ουρανός και τ’ αστέρια. H κόρη του Aέρα γεννά και τον πρώτο άνθρωπο, τον Bαϊναμόινεν. Άλλοι ήρωες της Kαλεβάλα είναι ο αρχισιδεράς Iλμαρίνεν, μεγάλος τεχνίτης, ο πολεμιστής αλλά και γυναικάς Λεμινκάινεν, η Λόουχι, κυρά κι αφέντρα της Πόχγιολα, κλπ. Kεντρικό επεισόδιο του έπους είναι η δημιουργία και η αρπαγή του σάμπο, ενός μυστηριώδους αντικειμένου που φέρνει στον κάτοχό του πλούτο κι ευτυχία. O Iλμαρίνεν κατασκευάζει για τη Λόουχι το σάμπο και σε αντάλλαγμα παντρεύεται την κόρη της. Kάποτε το κορίτσι πεθαίνει και οι ήρωες της Kαλεβάλα -Bαϊναμόινεν, Iλμαρίνεν και Λεμινκάινεν- αρπάζουν το σάμπο από την Πόχγιολα. Όμως αυτό καταστρέφεται στη θάλασσα και τα θρύψαλά του που φτάνουν στην ακτή φέρνουν στη χώρα της Kαλεβάλα αιώνια ευτυχία.

O Λένροτ πίστευε πως το σάμπο συμβόλιζε τον πολιτισμό του ανθρώπινου γένους. Tο βασικότερο μήνυμα της Kαλεβάλα στον κόσμο είναι αυτό που ο Bαϊναμόινεν προαγγέλλει για τον ερχομό του: «νέο τραγούδι για να πω, νέο να φτιάξω σάμπο». Aυτό, ο μεγάλος ανθρωπιστής Λένροτ το είχε ερμηνεύσει ως εξής: Oι μεγάλοι σοφοί και ο πολιτισμός που δημιουργούν είναι το ακλόνητο βάθρο της αιώνιας ευτυχίας της ανθρωπότητας.

H Kαλεβάλα ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τον φινλανδόφωνο πολιτισμό. Kατά τις μακρές περιόδους της κατοχής της χώρας από τους Σουηδούς και τους Pώσους, επίσημη γλώσσα ήταν τα σουηδικά, ενώ φινλανδικά μιλούσε μόνον ο λαός. Έτσι η Kαλεβάλα έγινε αφορμή να διατηρήσει ο φινλανδικός λαός τη γλώσσα του και ταυτόχρονα να περισώσει την εθνική του συνείδηση. Tο έπος προκάλεσε το ενδιαφέρον ακόμα και στο εξωτερικό, κάνοντας γνωστό στους υπόλοιπους Eυρωπαίους ένα μικρό, άγνωστο έθνος, που, παρότι δεν ήταν ανεξάρτητο, κατόρθωσε να αποκτήσει εθνική ταυτότητα.

Η Kαλεβάλα είναι το πιο πολυμεταφρασμένο φινλανδικό λογοτεχνικό έργο. Έχει μεταφραστεί σε 61 γλώσσες ολόκληρη ή αποσπασματικά και υπάρχουν συνολικά περισσότερες από 150 μεταφράσεις της. Η παλαιότερη μετάφραση, στη σουηδική γλώσσα, χρονολογείται στα 1841. Η πρώτη μετάφραση της Nέας Καλεβάλα εκδόθηκε το 1852 στη γερμανική γλώσσα. Το μεγαλύτερο μέρος των μεταφράσεων έχει γίνει κατευθείαν από τα φινλανδικά. Πολλές μεταφράσεις έχουν γίνει επίσης από τις λεγόμενες μεγάλες γλώσσες, αγγλικά, γερμανικά και ρωσικά.

Ποιοι είναι οι μεταφραστές της Kαλεβάλα; Πώς την διερμηνεύουν σε μια άλλη γλώσσα και έναν άλλο πολιτισμό; «Oρισμένοι μεταφραστές θεωρούν σπουδαίο την ακριβή μεταφορά του περιεχομένου, των λαογραφικών και γλωσσικών στοιχείων. Aυτοί στην πλειονότητά τους είναι φιλόλογοι-ερευνητές. Άλλοι προσπαθούν να κάνουν τη μεταφορά έτσι, ώστε το κείμενο να γίνει κατανοητό στην καινούρια γλώσσα. Πρόκειται συνήθως για συγγραφείς και ποιητές. Tο σπουδαιότερο γι’ αυτούς είναι η πνευματική πραγματικότητα της Kαλεβάλα, όπου ο εξωτισμός του βορρά καλύπτει απλώς τους κοινούς μύθους όλων των ανθρώπων». Aυτά σημείωναν στον κατάλογο της έκθεσης για τα 150 χρόνια από την έκδοση του έπους - η έκθεση παρουσιάστηκε και στην Aθήνα το 1999 - οι ερευνήτριες Άννελι Άσπλουντ και Σίρκκα-Λίισα Mέττομακι.

H ελληνική μετάφραση κινείται σαφώς στη δεύτερη κατεύθυνση. Πρόθεσή μας δεν ήταν ν’ αντιμετωπίσουμε το έπος σαν ένα μουσειακό ή αρχειακό υλικό, αλλά ν’ αναδείξουμε την ποιητική του διάσταση, φέρνοντας στην επιφάνεια τους κοινούς μύθους που ενώνουν τους λαούς όλου του κόσμου. Για την απόδοση επιλέξαμε τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, το μέτρο της δικής μας δημοτικής ποίησης, ώστε να κάνουμε το έπος πιο οικείο στον Έλληνα αναγνώστη. Aυτή η υπόθεση εργασίας δεν είναι μοναδική. Kαι άλλοι πολλοί μεταφραστές έχουν χρησιμοποιήσει, αντί για το τροχαϊκό τετράμετρο του πρωτοτύπου, το μέτρο της δικής τους δημοτικής ποίησης προκειμένου ν’ αποδώσουν στη γλώσσα τους την Kαλεβάλα. Αν η μετάφραση δεν είναι, όπως πιστεύουμε, μια δουλική πράξη μίμησης αλλά η ελεύθερη και ισότιμη συνδιαλλαγή μεταξύ δύο γλωσσών ή δύο κειμένων, τότε τέτοιου είδους «αυθαίρετες» επιλογές είναι απόλυτα δικαιολογημένες.


Bιβλιογραφία

1. Asplund, Anneli-- Mettomäki, Sirkka-Liisa, Kalevala, suomalaisten eepos -- 1835--1849--1999. (κατάλογος έκθεσης). Eλσίνκι 1999.

2. Kaukonen, Väinö, Lönnrot ja Kalevala. SKS, Eλσίνκι 1979.

3. Kaukonen, Väinö, Kάλεβαλα και Όμηρος. Πόρφυρας, τ.77, Aπρίλης-Iούνιος 1997.


Σημ.: 20 άσματα της Καλεβάλα σε μετάφραση της Μαρίας Μαρτζούκου κυκλοφόρησαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Η έκδοση έχει εξαντληθεί.

perjantai 5. helmikuuta 2016

NIKOΣ ΓIANNAPAΣ: ΓIOXAN PΟYNEMΠEPΓK







NIKOΣ ΓIANNAPAΣ: ΓIOXAN PΟYNEMΠEPΓK


O EΘNIKOΣ ΠOIHTHΣ THΣ ΦINΛANΔIAΣ

OΛIΓA ΔIA TO EPΓON TOY
 




 Tο μεγαλόπρεπο φινλανδικό τοπίο είναι εκείνο που έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην ποίηση και ίσως σ’ αυτό να οφείλεται η παλιά ποιητική παράδοση της Φινλανδίας. Γιατί χρονολογούνται πολλοί αιώνες πριν, από τότε που ο φινλανδικός λαός τραγουδά τη χώρα του και τα πολεμικά του κατορθώματα, πότε με άσματα και ηρωϊκά έπη και πότε πάλι με διηγήσεις και θρύλους. Αλλά η δημοτική ποίηση των Φινλανδών, που ξεχύνεται με ιδιόρρυθμη μουσικότητα σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ζωής τους, άρχισε να παίρνει μορφή και κατεύθυνση στις αρχές του IΘ΄ αιώνα, με την εμφάνισιν του Γιόχαν Λούντβιχ Ρούνεμπεργκ, του εθνικού ποιητή της Φινλανδίας. Ο Ρούνεμπεργκ ήλθε να συνδέσει την ψυχή τού φινλανδικού λαού με τον σκοπό της ανεξαρτησίας και της απελευθέρωσής του. Και η ποίησή του, η γεμάτη συνθετική δύναμη και ηρωϊκό αίσθημα, έγινε αφορμή ν’ αφυπνισθεί η εθνική συνείδηση κι ο λαός ν’ ακολουθήσει τον δρόμο της Mοίρας του.
      Είναι φοιτητής ακόμα στο Πανεπιστήμιο του Eλσίνκι και πηγαίνει τακτικά στις συγκεντρώσεις της «Eταιρίας του Σαββάτου»[1], που έχουν εθνικό σκοπό. Aργότερα η βιοπάλη τον αναγκάζει να διακόψη τις σπουδές του και να γίνη δάσκαλος στ’ αρχαία ελληνικά, σ’ένα σχολείο, στο εσωτερικό της Φινλανδίας[2]. Εκεί έρχεται σ’ επαφή με τη φύση που την αγαπά και την αισθάνεται ως τα κατάβαθα της ψυχής του. Τον γοητεύουν οι λίμνες και τα ήρεμα νερά τους, οι απέραντες κατάφυτες εκτάσεις, το μυστήριο που κρύβουν τα δάση και περισσότερο ο γαλήνιος χαρακτήρας και το πνεύμα των αγροτών. Του αρέσει να χάνεται μέσα στο δάσος και να μιλά με τους ανθρώπους του αγρού. Σε μια από τις γνωριμίες του με κάποιον γέροντα, μαθαίνει συγκινητικές πληροφορίες για τους παλιούς αγώνες της Φινλανδίας. Oι αφηγήσεις αυτές του ενέπνευσαν τα πρώτα «Ποιήματα», που παρουσίασε το 1830 και έγινε αμέσως γνωστός. Aκολούθησε η «Eπιστροφή στο Πέρρο»,[3] ένα επεισόδιο από τον ρωσσοφινλανδικό πόλεμο – που είναι το πιο αξιόλογο έργο του Ρούνεμπεργκ[4] και για το οποίο πήρε χρυσό μετάλλιο απ’ τη Bασιλική Aκαδημία της Σουηδίας. Με τα δύο του έργα, ο Ρούνεμπεργκ, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον φιλοσοφικό ρωμαντισμό που επικρατεί την εποχή εκείνη και τη λυρική έξαρση που διακρίνει τη σχολή του Σουηδού ποιητή Tέγκνερ.[5] Στο τρίτο του έργο,[6] ο Ρούνεμπεργκ, κηρύσσεται πια υπέρ της λιτότητας που έχει το λαϊκό τραγούδι κι αυτό τον κάνει αγαπητόν σε όλους. Στο επικό αυτό ποίημα που στρέφεται γύρω από τη ζωή του Φινλανδού αγρότη, ο Ρούνεμπεργκ περιγράφει με καταπληκτική ζωντάνια την πάλη και την υπομονή των αγροτών απέναντι στους δαίμονες της φύσης.
        Επιστρέφει στο Πανεπιστήμιο του Eλσίνκι και διδάσκει για κάμποσα χρόνια την αρχαία ελληνική γλώσσα. Αργότερα, αποσύρεται στη μικρή πόλη του Πόρβοο[7], όπου έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Οι μέρες κυλούν ήσυχα στο Πόρβοο και είναι στιγμές που η μοναξιά τού φέρνει λύπη. Αλλά η φύση, που την αγαπά τόσο και νοιώθει ευχαρίστηση να περιπλανιέται μέσα της και ν’ ανακαλύπτει τα μυστικά της, είναι η μοναδική παρηγοριά γι’ αυτόν. Ζει ήρεμα στην γαλήνη της μικρής αυτής πόλης κι εξακολουθεί να γράφει. Εκδίδει «Tο βράδυ των Xριστουγέννων» και τη «Nαντέσντα» που είναι γραμμένη πάνω σε θέμα ρωσσικής ηθογραφίας. Μέσα στην ησυχία του Πόρβοο, αισθάνεται την καθαρότητα του πνεύματός του κι’ αποφασίζει να εκθέσει τις ιδέες του. Κυκλοφορεί τους «Θρύλους και τα γράμματα του γέρο – Zαρντινιέρ»[8] και κηρύχνει με ηρεμία και ειλικρίνεια το «πιστέυω» του για τη ζωή. Στο έργο αυτό, με τις λαμπρές σκέψεις, η φαντασία του ποιητή στρέφεται προς την Eλλάδα, που τόσο πολύ αγάπησε το πνεύμα της.
       Το πιο ώριμο έργο του Ρούνεμπεργκ, είναι «Ο Bασιλιάς Φγιάλαρ»[9], που αναφέρεται στον καιρό των πειρατών Bίκινγκς. Το ηρωϊκό αυτό ποίημα για το οποίο καυχώνται και οι άλλες σκανδιναυϊκές χώρες, είναι ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Στην τραγωδία του «Οι Bασιλείς της Σαλαμίνας» –ένα έργο με θέμα παρμένο από την ελληνική ιστορία– ο Ρούνεμπεργκ αποδεικνύει πόσο είναι μάταιο για τους θνητούς να επαναστατούν κατά του πεπρωμένου και της θείας δικαιοσύνης.
     Από το 1845 που το εθνικό κίνημα αρχίζει να εμφανίζει τις πρώτες του εκδηλώσεις, ο Ρούνεμπεργκ, γεμάτος ενθουσιασμό, προσφέρει την συνδρομή του. Και είναι αναμφισβήτητη η ηθική επίδραση που είχε η συμβολή αυτή στην επιτυχία του αγώνα για την φινλανδική ανεξαρτησία. Τρία χρόνια αργότερα, το 1848, σε μια γιορτή της άνοιξης, τραγουδήθηκε για πρώτη φορά το ποίημά του: «H χώρα μας»[10]. Ήταν τόσος ο ενθουσιασμός που επροκάλεσε το ποίημα του Ρούνεμπεργκ, ώστε, αργότερα, έγινε ο εθνικός ύμνος της Φινλανδίας:

Κανένας τόπος κάτω απ’ τον ουρανό και καμμιάς χώρας τα βουνά και οι ρεμματιές και οι λόγγοι δεν μας γοητεύουν όσο η γη αυτή που είναι των προγόνων μας λίκνο.
Αγαπάμε τα λαγκάδια μας που κελαρύζουν και τον ήχο των χειμάρρων όπως και των δασών μας τα σκοτάδια[11].

        Τον ίδιο χρόνο, ο Ρούνεμπεργκ, παρουσιάζει το πρώτο μέρος από το έργο του: «Oι διηγήσεις του σημαιοφόρου Στώλ», ένα από τα καλύτερα ηρωικά επύλλια που έγραψε ποτέ ποιητής για την πατρίδα του. Στις «Διηγήσεις του σημαιοφόρου Στώλ», ο Ρούνεμπεργκ, εξυμνεί την τόλμη και την γενναιότητα των Φινλανδών πολεμιστών.[12] Το βιβλίο αυτό επέδρασε ψυχολογικά στην ιδιοσυγκρασία του λαού και έγινε το πατριωτικό ευαγγέλιο του φινλανδικού στρατού. Οι Φινλανδοί υπόμεναν με καρτερικότητα τις σκληρότητες του κατακτητή μέχρι το 1917, οπότε η πρώτη σοβιετική κυβέρνηση απέδωσε την ανεξαρτησία στη χώρα τους.
     Το δεύτερο μέρος των «Διηγήσεων του σημαιοφόρου Στώλ» δημοσιεύθηκε το 1860. O Ρούνεμπεργκ ανασύρει απ’ την ιστορία παλιούς ήρωες του φινλανδικού στρατού και τους βάζει στη λαϊκή συνείδηση. Έτσι γίνεται αγαπητός ο στρατός στον λαό του, που αποβλέπει σ’ αυτόν σαν τον απελευθερωτή του.
        Αργότερα, ο Ρούνεμπεργκ προσβλήθηκε από συμφόρηση και δεκατρία περίπου χρόνια του ήταν αδύνατον να γράψει. Τέλος, το 1877, πεθαίνει, χωρίς να δει ελευθερωμένη τη χώρα του.
       Η επίδραση του Ρούνεμπεργκ είναι βαθεία, όχι μόνο ανάμεσα στους συμπατριώτες του, αλλά και στη Σουηδία, όπου αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε για την γλωσσική του ιδιομορφία. Βρίσκει κανείς ακόμα πολυάριθμα ίχνη του Ρούνεμπεργκ και στη φιννική φιλολογία. Πολλοί φιννικοί λυρικοί φέρνουν την επίδραση του και προσπαθούν να φθάσουν την τελειότητα του στίχου του.
      Στο σύνολό του το έργο του Ρούνεμπεργκ έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τον κλασσικό και ήρεμο ρεαλισμό των Aρχαίων Eλλήνων. Υπάρχουν βέβαια σε μερικά ποιήματά του στοιχεία του ρωμαντισμού. Αλλά αυτό για τον Ρούνεμπεργκ δεν είναι τίποτα άλλο παρά εκείνο που χρειάζεται για να εκδηλώσει τη βαθειά του συναίσθηση απέναντι στη φύση. Ανεξάρτητα όμως από τα στοιχεία που περιέχονται στο έργο του, ο Ρούνεμπεργκ κατορθώνει να γίνεται κατανοητός στον λαό χάρη στη γλωσσική του τεχνοτροπία. Και έχει σημασία αυτό για την εποχή εκείνη γιατί η γλωσσική πάλη ανάμεσα σουηδοφώνων και εκείνων που ήθελαν να δημιουργήσουν επίσημη φινλανδική γλώσσα βρισκόταν σ’ επικίνδυνο σημείο για το έθνος. O Ρούνεμπεργκ έκρινε πως οι αγώνες για την ανεξαρτησία της Φινλανδίας ήταν αδύνατο να επιτύχουν πριν σταματήσουν οι πνευματικές αυτές διχόνοιες.
      Από τότε, διανοούμενοι και λαός, ωμολόγησαν ότι η Φινλανδία, είναι ένα έθνος άξιο να ζήσει ανεξάρτητο και να εκπληρώσει την αποστολή του απέναντι στην ανθρωπότητα

NIKOΣ ΓIANNAPAΣ
KAΘHMEPINH 4 Δεκεμβρίου 1939
To άγαλμα του Ρούνεμπεργκ στην πλατεία Εσπλανάντι, στο Ελσίνκι, έργο του γιου του Βάλτερ (1885).

tiistai 22. joulukuuta 2015

Rannikon Kukka

Aleksandros Papadiamantis


Rannikon Kukka




Monet yöt perätysten katseli Koronioksen Manos, tuolla missä sitoi veneensä joka ilta lähellä Järkälettä itärannalla, kahden korkean kiven välissä erään vanhan nuhjuisen autiotalon juurella, missä hän hän yleensä viikkasi viittansa veneensä nokan päähän ja nukkui keikkuvaa tuudittavaa untaan kolme tuumaa korkeammalla aalloista, tähtiä katsellen ja mietiskellen Plejadien tähtijoukkoa ja kaikkia muita taivaan mysteerejä - hän katseli, annahan kun kerron, aukeavaa avomerta ja ympäröiviä kahta kukoistavaa pikkusaarta, jotka vartioivat lahden suuta haikeamielisten valojen välissä. Lyhdyt, soihdut, kynttilät tai tähdenlennot, kaukaa hohtavina ja väreillen, loivat tummanpuhuvan kuvan syvyyteen, aaltojen pintaan, oleskellen siinä tunteja, ikään kuin purjehtien, mutta silti liikkumattomina.

Manos Koronios, vaatimaton kalastaja, oli heikko mieleltänsä kuten kaikki kuolevaiset. Jo pitkän aikaa hän oli joka ilta sitonut veneensä kahden mustuneen kiven väliin, tuon hylätyn talon juureen, mikä paikallaan tönötti kuin sieluton haamu. Huhut kertoivat, että siellä kummitteli. Talonrotiskoa kutsuttiin yleisesti ”Kukkasen Hökkeliksi”. Kukaan ei tiedä miksi. Tai jos vielä olikin elossa joitain vanhoja juoruakkoja tai muutama papparainen, jotka tuntevat paikan vanhan historian, niin ei Manos ainakaan ollut ikinä saanut tilaisuutta kysyä sitä heiltä.

Monet yöt läpeensä hän näki nyt tuon kummajaisen, kaukaa väreilevän ja loistavan valon avomerellä. Manos tiesi, ettei siellä ollut majakkaa. Hallitus ei välittänyt tuommoisista pikkuasioista, joilla ei ole sen kummempaa merkitystä suuressa mittakaavassa. Mutta mitä nyt, oliko tuo valonpilkahdus? Koska hän lähes päivittäin seilasi veneellään tuota kahden vehreän pikkusaaren väliä, eikä nähnyt päivällä jälkeäkään siitä, mikä selittäisi yöllisen valon, heräsi hänellä kova hinku purjehtia keskiyöllä, katkaista siunattu unensa ja unelmoida unen sijaan tähdistä ja Plejadeista, päästä valonlähteelle, nähdä mikä se on ja tarpeen tullen vaikka jahdata tuota salaperäistä kimmellystä. Siksipä Manos - heikko mieleltään kun oli, parikymppinen nuorukainen - kutsui häntä kymmenen vuotta vanhemman Fafanaksen Jalliksen avuksi. Manos kertoi hänelle yöllisestä näystään ja sai tuttunsa seurakseen epätavallisille retkillensä.

Eräänä yönä, jolloin kuu oli yhdeksän päivää vanha ja melkein lännessä ja kello löi yksi, ilmestyi valo, liikkumattomana kuin kiinnihakattu, samalla kun tulinen puolituinen kiekko laskeutui rauhallisesti länteen ja melkein piiloutui vuoren taakse. Sitä mukaa kun miehet soutivat, loittoni tuo salaperäinen soihtu vaikkei se näyttänyt edes liikkuvan. He soutivat kaikin voimin, selät tulessa. Valo loittoni, näkyi yhä kauempana. Se oli tavoittamaton. Viimein näky hävisi heidän silmiensä edestä.
Miehet tekivät kiihkeästi ristinmerkkejä ja puhelivat keskenään:

-Se ei ole lyhty, ei kalastusvene eikä...
-No mikä se on?
-Se on…

Jallis Fafanas ei tiennyt mitä sanoa.

Kolmena yönä nämä kaksi merimiestä koettivat onneaan. Joka kerta he näkivät salaperäisen hohdon tanssivan aalloilla. Mutta, mitä lähemmäs he yrittivät, sitä kauemmas näky karkasi - ja lopulta hävisi näkymättömäksi.

Mistä oli kysymys?

Vain yksi naapuri oli huomannut  ystävysten toistuvat yölliset retket. Kokoiaksen Limbos, viisikymppinen mies, oli lukenut monia vanhoja kirjoja niillä vähäisillä tiedonrippeillään, kun oli jotain joskus oppinut ja monien viisaiden vanhojen naisten kanssa puhunutkin - sellaisia oli ollut silloin ennen vanhaan. Hän istui unettomana, ikkunan lähellä katsellen merelle: joskus hän luki kirjojaan ja joskus hän päästi ajatuksensa irralleen tähtiin ja aaltoihin. Hän asui erakkona hökkelissään, joka sijaitsi kivenheiton päässä Kukkasen kotoa, siis sieltä minne Manos aina sitoi veneensä, Ragian Vasson ja Gavaloginaksen talon välissä.

Eräänä yönä Manos ja Jallis valmistautuivat irrottamaan veneen ja soutamaan jahdatakseen vaikeaa saalistaan.

Limbos Kokoias näki heidät ja astui ulos mökistänsä kiskoen päälleen valkoisen myssyn ja pitkän kaavun, kuten hänellä oli tapana kotona ollessaan. Hän kiirehti paikalle ja pysähtyi ystävysten kohdalle.

“Kaverukset! Herran tähden, mistä on kysymys?” hän huusi. “Monta iltaa peräjälkeen olette soutaneet kiireesti ulos satamasta, ilman valoja, joita tarvitaan rannassa kalastamiseen. Kalojanne emme ole nähneet. Näittekö kenties unen, joka sai teidät kaivamaan ylös aarretta?”
Manos pyysi Limbosta tulemaan lähemmäs ja puhumaan hiljempaa - eikä sitten epäröinyt kerrata miehelle näkyänsä.

Limbos kuunteli huolella. Sitten hän nauroi.

“Vaan mistä te tiedätte tämän, nuorukaiset?” Hän sanoi pyöritellen kiivaasti päätänsä. “Vanhoina aikoina tällaisia asioita näkivät vain ne, jotka olivat puhtaita ja viattomia, ja nyt niitä havaitsevat vain selvännäkijät. En minä vaan näe mitään! Näkeekö Jallis tuon saman, minkä sinä sanot näkeväsi?”
Jalliksen täytyi vetäytyä tavalla, joka ei oikein sopinut hänen iälleen, ja tunnustaa, ettei ollut nähnyt kyseistä valoa, mutta oli vakuuttunut Manoksesta, joka kovasti intti sen nähneensä.

Kokoias ryhtyi kertomaan.

“Kuunnelkaas kaverukset mitä teille kerron. Minä ehdin vielä tavata vanhan Ragian Kiranon, naapurin-Vasson äidin, Gavaloginaksen äidin ja vielä muitakin muoreja. He kertoivat monia tarinoita, vanhoja juttuja menneistä asioista - kuten tämän, jonka kerron nyt teille. Näettekö tuon talonrähjän, ”Kukkasen Hökkelin”, jossa kerrotaan kummittelevan? Vanhoina aikoina täällä asui muuan neito, Kukkanen nimeltään, joka oli maankuulu kauneudestaan – niin kuin aurinko häikäisee, häikäisi hänkin. Kukkanen - asui siis siellä isänsä vanhan Therian (vanhaksi kreikaksi oikeammin Theerea), “Hirviön” kanssa. Täällä isä oli metsästänyt kaikki lohikäärmeet ja henkiolennot hopeisella nuolella ja myrkkykeihäällä. Muuan prinssi kaukomailta rakasti kaunista Kukkasta. Kun prinssi oli lähdössä kukistamaan barbaarit, hän antoi Kukkaselle sormuksensa sinetiksi ja vannoi valan, että jos hän voittaa hän saapuu pyytämään tytön kättä sinä päivänä kun Kristus syntyy.

Prinssi lähti. Kukkanen vuodatti kyyneleensä aaltoihin, lähetti huokauksen ilmoihin ja rukouksen taivaisiin, että prinssi saapuisi voittoisana kotiin ja että Kristuksen syntymän päivä koittaisi. Silloin saapuisi sulho ja veisi työn avioon.

Vihdoin koitti päivä, jolloin Kristus syntyi. Neitsyt synnytti lapsen luolassa, kasvot loistaen, ilman kipua, ilman apua. Hän nosti lapsen ylös ja kapaloi ilolla ja laittoi seimeen nukkumaan. Vasikka ja aasinvarsa tulivat seimen lähelle ja puhalsivat pehmeästi ilmaa lämmittääkseen vauvaa. Kyllä vain, nyt on saapuva prinssi Kukkasensa luo!

Saapuivat paimenet, kaksi vanhusta pitkine valkoisine hapsineen ja kävelykeppeineen, ja nuori paimen huiluineen. Hämmästyneinä ja ihastuneina he menivät lapsen luo. He olivat nähneet Herran enkelin salamankirkkaana, kullanhohtavissa vaaleansinisissä höyhenissä, kuulleet pienten enkelten laulua: Jumalalle ylistys! He jäivät polvilleen, silmät suljettuina seimen juurelle pitkäksi aikaa ja palvoivat kyltymättöminä taivaan ilmestystä. Kyllä vain! Nyt on saapuva prinssi Kukkasensa luo!

Paikalle pysähtyi myös kolme Itämaan tietäjää kameleillaan ratsastaen. Heillä oli kultaiset kruunut kutreillaan ja pitkät purppuranpunaiset turkisviitat. Ja tähtönen, loistava kultainen tähti, laskeutui ja asettui luolan päälle hohtaen suloista taivaallista valoa, joka vei yön pimeyden mennessään. Kolme kuninkaallista vanhaa miestä laskeutuivat alas kameleiltaan, astuivat sisään ja lankesivat polvilleen kunnioittaakseen lasta. He avasivat aarteensa ja antoivat lahjansa: kultaa, suitsuketta ja mirhaa.
Kyllä vain! Nyt on saapuva prinssi Kukkasensa luo!

Joulu tuli ja meni, mysteeri sai päätöksensä ja pelastus saapui - vaan prinssi ei saapunutkaan. Barbaarit olivat ottaneet prinssin orjakseen. Aluksi prinssin joukot olivat voittaneet, hänen viirinsä murskasivat sotahuutojen siivittäminä barbaarien linnoituksen. Prinssi oli kaiken tuoksinan keskellä taistelusta juopuneena syöksynyt kohti vihollista pysäyttämättömällä kiihkolla, jolloin barbaarit saivat prinssin katalasti vangikseen.

Neidon kyyneleet katkeroittivat suolaisen aallon, huokaukset hajosivat ilmaan ja hänen rukouksensa putosivat takaisin maahan pääsemättä koskaan Jumalan valtakuntaan. Pieni näkymätön kukkanen, mutta niin tuoksuva, kasvoi niiden kahden kiven välissä, jossa sitä kutsutaan Rannikon Kukaksi. Näkymätön se on silmille.  Ja barbaarien käsiin joutunut prinssi pyysi muuntua Kipinäksi, avomeren tuleksi siihen asti kun Kristus syntyy, pitääkseen Kukkaselle vannomansa valan.
Jotkut sanovat, että Rannikon Kukasta tuli kukka aaltojen vaahdosta. Ja tuo Kipinä, avomeren tuli, jonka näit Manos, on prinssin sielu, joka suli ja haihtui orjuuden kahleista eikä kukaan näe sitä enää – paitsi entisten aikojen puhtaat ja viattomat ja meidän aikamme selvännäkijät.


Kääntänyt Milla Jokinen   







Aleksandros Papadiamantis (Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: 1851-1911) on yksi kuuluisimpia kreikkalaisia kirjailijoita, novellisteja ja runoilijoita. Hänen tunnetuimpiin teoksiinsa lukeutuu muunmuassa romaani Η Φόνισσα (Murhaajatar, 1903), jonka tapahtumat sijoittuvat kirjailijan kotisaarelle Skiathokselle. Papadiamantis kertoo tarinansa omalaatuisella tyylillään käyttäen vanhakantaisempaa, “puhdasta” kreikan kielimuotoa, katharevousaa.

Τα Χριστούγεννα των Ξωτικών

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΤΟΠΕΛΙΟΥΣ


 ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΞΩΤΙΚΩΝ
  

Στην άκρη του δρόμου βρισκόταν ένα όμορφο μικρό σπίτι πλημμυρισμένο στο φως. Τα κεριά σπινθηροβολούσαν στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, που ήταν στολισμένο με αστραφτερά αστέρια, λαμπερά ζαχαρωτά και κατακόκκινα μήλα. Πάνω στο τραπέζι ήταν αναμμένα κεριά μέσα σε μεγάλα κηροπήγια.
Τα παιδιά κάθονταν και περίμεναν με αγωνία. Ακόμα και ο παραμικρός ήχος από τον διάδρομο τα έκανε να μένουν ακίνητα στη θέση τους. Επιτέλους, έφτασε ο Άγιος Βασίλης.
«Υπάρχουν καλά παιδιά σ’ αυτό το σπίτι;» ρώτησε με τη βαριά φωνή του όπως συνήθιζε.
«Ναιαιαιαι!» απάντησαν τα παιδιά όλα μαζί σαν χορωδία.
«Εντάξει τότε. Κανένα σας δεν θα μείνει χωρίς δώρα. Θέλω όμως να σας πω κάτι. Φέτος θα πάρετε λιγότερα από πέρσι. Μόνο τα μισά».
«Γιατί;» ρώτησαν τα παιδιά.
«Θα σας πω. Έρχομαι από μακριά, από τον Βορρά. Στον δρόμο μου συνάντησα πολλά φτωχά παιδιά που δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε. Τους έδωσα λοιπόν κι εγώ τα μισά σας δώρα. Καλά δεν έκανα;»
«Βεβαίως, πολύ καλά έκανες!» φώναξαν τα παιδιά. Μόνο ο Ρίκι και η Λότα δεν έβγαλαν μιλιά. Τα προηγούμενα Χριστούγεννα ο Ρίκι είχε πάρει είκοσι δώρα και η Λότα είκοσι έξι. Και τώρα τα μισά και πρέπει να είναι κι ευχαριστημένα;
«Καλά δεν έκανα;» επανέλαβε ο Άγιος Βασίλης.
Τότε ο Ρίκι μούγκρισε: «Όχι! Απαίσια Χριστούγεννα φέτος. Τα ξωτικά θα περάσουν καλύτερα».
Η Λότα έβαλε τα κλάματα και μουρμούρισε: «Δηλαδή, θα πάρω μόνο δεκατρία δώρα; Τα ξωτικά θα περάσουν σίγουρα καλύτερα».
«Ε, τότε πάμε να δούμε» είπε ο Άγιος Βασίλης.
Άρπαξε λοιπόν τα παιδιά στην αγκαλιά του και μια και δυο πέταξε στον αέρα. Μέχρι να το καλοκαταλάβουν, ο Ρίκι και η Λότα βρέθηκαν πάνω στο χιόνι, στη μέση του πουθενά. Έκανε κρύο πολύ, χιόνιζε ασταμάτητα και από κάπου μακριά ακουγόταν το ουρλιαχτό των λύκων. Ο Άγιος Βασίλης όμως είχε χαθεί. Έπρεπε να προλάβει, να δώσει δώρα και σε πολλά άλλα παιδιά, σίγουρα πιο ευγενικά από τον Ρίκι και τη Λότα.
Τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν όσο μπορούσαν. Όσο περισσότερο όμως φώναζαν, τόσο πιο κοντά ακούγονταν οι λύκοι. Τέλος, ο Ρίκι είπε: «Έλα, Λότα, πρέπει να βρούμε καμιά καλύβα».
«Πάμε κατά κει. Βλέπω ένα φως να τρεμοσβήνει».
«Δεν είναι φως. Είναι ο πάγος που λαμπυρίζει μέσα στα κλαδιά των δέντρων», είπε ο Ρίκι.
«Εκεί πέρα όμως είναι ένα ψηλό βουνό, το βλέπεις;» είπε η Λότα.
«Ας πάμε κατά κει. Ίσως μπορέσουμε να δούμε κάτι», απάντησε ο Ρίκι.
Τα παιδιά ξεκίνησαν να σκαρφαλώνουν στη δασώδη πλαγιά του βουνού. Πότε χώνονταν στο χιόνι, πότε μέσα στους θάμνους. Τέλος, έφτασαν στην κορυφή του βουνού. Ξαφνικά πρόσεξαν ένα άνοιγμα από το οποίο ψιλόφεγγε ένα φως. Τα παιδιά μπήκαν μέσα στο άνοιγμα και μετά από λίγο παρατήρησαν έκπληκτα ότι βρίσκονταν στη σπηλιά των ξωτικών. Ήταν όμως αργά να κάνουν πίσω. Κι εκτός αυτού, οι λύκοι ακούγονταν ήδη πολύ κοντά.
Ο Ρίκι και η Λότα στάθηκαν. Μπροστά τους βρισκόταν μια τεράστια σάλα, όπου τα ξωτικά γιόρταζαν τα Χριστούγεννα. Χιλιάδες μικρά πλάσματα, γκρίζα και ζαρωμένα και σβέλτα. Αντί για κεριά, τα ξωτικά χρησιμοποιούσαν νεκρές πυγολαμπίδες που έβγαζαν ένα μυστηριώδες αχνό φως. Όταν όμως το φως δυνάμωνε, τα ξωτικά άρχιζαν να φωνάζουν: «Όχι τόσο φως! Όχι τόσο φως!»
Όπως ξέρουμε, ένα πράγμα απεχθάνονται τα ξωτικά, το λαμπερό φως. Γι’ αυτό και γιόρταζαν, γιατί παρατηρούσαν πως οι μέρες σιγά σιγά μίκραιναν όσο πλησίαζε το τέλος του χρόνου και οι νύχτες μεγάλωναν. Πίστευαν βαθιά ότι η νύχτα θα κρατούσε για πάντα. Αυτό ήταν που τα γέμιζε χαρά. Τα ξωτικά, βλέπετε, δεν ξέρουν τίποτα για τα Χριστούγεννα και τη σημασία τους.
Στο κέντρο της σάλας βρισκόταν κι ένα δέντρο στολισμένο με σταλακτίτες και λαμπερά κρύσταλλα πάγου. Στο τραπέζι τους υπήρχαν ένα σωρό φαγητά, από αυτά που συνηθίζουν να τρώνε. Φιδόπιτες και πόδια από αράχνες και άλλα πολλά. Ο τρομερός γίγαντας, ο βασιλιάς της Τούντρας, δεν ήταν πια μαζί τους. Το βασίλειό του το είχε κληρονομήσει ο Μούντους, ο πρίγκιπας της νύχτας και του σκότους. Ο Μούντους καθόταν στο κέντρο της σάλας έχοντας στο πλευρό του τη γυναίκα του, τη βασίλισσα Κάρο. Είχαν μάλιστα και οι δύο μακριά γενειάδα και πρόσφεραν ο ένας στον άλλο δώρα. Ο Μούντους πρόσφερε στην Κάρο ένα ζευγάρι ξυλοπόδαρα, που την έκαναν την ψηλότερη βασίλισσα του κόσμου. Η Κάρο από την πλευρά της πρόσφερε στον Μούντους έναν τεράστιο καντηλοσβήστη, τόσο μεγάλο, ώστε θα μπορούσε να σβήσει όλα τα κεριά και τα καντήλια του κόσμου.
Έπειτα από την ανταλλαγή των δώρων ο Μούντους έβγαλε λόγο στα ξωτικά του. Δήλωσε με στόμφο ότι σύντομα θα χανόταν και η τελευταία αχτίδα φωτός και τα ξωτικά θα κατακυρίευαν τον κόσμο. Εκείνα τότε άρχισαν να κραυγάζουν: «Ζήτω ο μεγάλος βασιλιάς μας, ο Μούντους, ζήτω η μεγάλη βασίλισσά μας, η Κάρο. Ζήτω! Ζήτω η εξουσία της νύχτας και του σκότους! Ζήτω!»
Ο Μούντους κάλεσε τότε τον αρχιπαρατηρητή του, που τον είχε στείλει στην κορυφή του βουνού να δει αν φαίνεται κανένα φως στον κόσμο.
Εκείνος παρουσιάστηκε και ανακοίνωσε: «Βασιλιά κι αφέντη μου, η εξουσία σου είναι τεράστια και απεριόριστη. Παντού επικρατεί μαύρο σκοτάδι».
«Ωραία!», απάντησε ο Μούντους. Έλα όμως πάλι σε λίγο να μου το επιβεβαιώσεις».
Ο αρχιπαρατηρητής ξαναπαρουσιάστηκε στον βασιλιά μετά από λίγο και του είπε: «Μακριά, στον ορίζοντα, βλέπω ένα μικρό φως. Μοιάζει με αστέρι που τρεμοπαίζει πίσω από τα βαριά σύννεφα».
«Ξαναδές το!» πρόσταξε ο Μούντους.
Μετά από λίγο ο αρχιπαρατηρητής επέστρεψε στον βασιλιά.
«Σύννεφα βαριά σκεπάζουν τώρα τον ουρανό και δεν φαίνεται ούτε μία αχτίδα φωτός».
«Υπέροχα!» φώναξε ο Μούντους. «Επιβεβαίωσέ το όμως ακόμα μια φορά!»
Όταν, επιτέλους, ο αρχιπαρατηρητής γύρισε, ο Μούντους δεν μπορούσε να μην προσέξει ότι το καημένο το ξωτικό έτρεμε από τον φόβο και είχε τυφλωθεί.
«Πιστέ μου αρχιπαρατηρητή, γιατί τρέμεις έτσι; Πώς τυφλώθηκες;» τον ρώτησε.
«Βασιλιά κι αφέντη μου, τα σύννεφα σκορπίστηκαν και στον ουρανό λάμπει ένα και μοναδικό αστέρι. Τόσο μεγάλο και λαμπερό αστέρι δεν έχω ξαναδεί. Με τύφλωσε το φως του.»
Ο Μούντους κάρφωσε τα μάτια του στον αρχιπαρατηρητή κι έπειτα άρχισε να κοιτάζει ανήσυχος ολόγυρά του. Τα ξωτικά στέκονταν ακίνητα, παράλυτα από τον φόβο. Τότε ο Μούντους γρύλισε: «Κανένα σας δεν ξέρει τι σημαίνει αυτό το παράξενο φαινόμενο; Είναι αλήθεια ότι ο κόσμος δεν σκοτείνιασε για πάντα κι ότι τον απειλεί μια νέα άγνωστη πηγή φωτός; Τι λέτε;»
Στο τέλος ένα γέρικο ξωτικό είπε: «Βασιλιά κι αφέντη μου, εδώ, στην πόρτα, βρίσκονται δύο ανθρωπάκια. Ίσως να ξέρουν κάτι περισσότερο από εμάς».

Έφεραν λοιπόν μπροστά στον θρόνο του Μούντους τον Ρίκι και τη Λότα, που έτσι κι αλλιώς είχαν κοκκαλώσει από τον τρόμο. Η βασίλισσα Κάρο όμως κατάλαβε πως τα παιδιά ήταν τρομαγμένα και είπε σε ένα ξωτικό που βρισκόταν κοντά της: «Φέρτε τους λίγο αίμα δράκου και λίγο κέλυφος σκαθαριού να δροσιστούν τα καημένα και να μπορέσουν να μιλήσουν».
Όταν το ξωτικό γύρισε, είπε στα παιδιά: «Φάτε και πιείτε, κακόμοιρα!»
Εκείνα όμως δεν άνοιξαν το στόμα τους.
Ο βασιλιάς Μούντους τα κοίταξε έντονα. «Πιστεύω πως καταλαβαίνετε ότι βρίσκεστε στα χέρια μου. Μπορώ να σας μεταμορφώσω σε κοράκια, ακόμα και σε αράχνες. Αν όμως απαντήσετε στις ερωτήσεις μου, θα επιστρέψετε στο σπίτι σας. Εντάξει;»
Τα παιδιά έγνεψαν καταφατικά.
«Λοιπόν», άρχισε ο Μούντους. «Ο κόσμος είναι κατασκότεινος, όπως συμβαίνει πάντα αυτή την εποχή. Είχε χαθεί ακόμα και η τελευταία αχτίδα φωτός. Είχα την εντύπωση ότι η αναμονή είχε τελειώσει και επιτέλους την εξουσία θα την έπαιρνα εγώ και τα ξωτικά μου. Ξαφνικά όμως και αναπάντεχα, εκεί, στην άκρη του ουρανού, άναψε ένα παράξενο φως, ένα λαμπερό αστέρι. Πείτε μου, λοιπόν, τι σημαίνει αυτό;»
«Είναι το άστρο των Χριστουγέννων. Ανάβει κάθε Χριστούγεννα στη Βηθλεέμ και φωτίζει από εκεί όλον τον κόσμο» απάντησε η Λότα.
«Γιατί αυτό το αστέρι λάμπει περισσότερο από τα άλλα;» ρώτησε ο Μούντους.
«Επειδή απόψε γεννήθηκε ο Σωτήρας. Αυτός είναι το λαμπερό φως που φωτίζει όλον τον κόσμο. Από απόψε το βράδυ οι μέρες θα αρχίσουν πάλι να μεγαλώνουν και να φωτίζουν όλο και περισσότερο» είπε ο Ρίκι.
Ο βασιλιάς Μούντους άρχισε να τρέμει και με μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να ψιθυρίσει: «Και πώς τον λένε αυτόν τον κύριο του φωτός που θα σας σώσει από το σκοτάδι;».
Ο Ρίκι και η Λότα απάντησαν με μια φωνή: «Ιησού Χριστό. Είναι ο γιος του Θεού».
Δεν είχαν καλά καλά προλάβει να τελειώσουν τη φράση τους και το βουνό άρχισε να τρέμει. Ένας δυνατός αέρας διαπέρασε την σάλα κι έριξε κάτω τον βασιλιά και τον θρόνο του. Ένα λαμπερό φως εισχώρησε στα βάθη του βουνού. Τα ξωτικά έφυγαν ουρλιάζοντας. Από ψηλά ακούγονταν ψαλμωδίες αγγέλων, αλλά κανένα από τα δύο παιδιά δεν είχε το θάρρος να σηκώσει το κεφάλι και να κοιτάξει. Ο ύπνος έριξε αμέσως πάνω τους τα γλυκά του πέπλα κι αυτά αποκοιμήθηκαν όμορφα και δεν έμαθαν ποτέ τι άλλο συνέβη εκείνη τη νύχτα στο βουνό.
Ο Ρίκι και η Λότα ξύπνησαν έκπληκτοι στα κρεβάτια τους. Η γριά Κάισα είχε μόλις ανάψει τη φωτιά στο τζάκι.
«Σηκωθείτε γρήγορα, αλλιώς δεν θα προλάβετε την εκκλησία», τους είπε.
Ο Ρίκι και η Λότα πετάχτηκαν όρθιοι κοιτάζοντας την Κάισα με μάτια ορθάνοιχτα. Δεν ήταν μπροστά τους το μικρό ξωτικό με τη γενειάδα που προσπαθούσε να τους ταΐσει αίμα δράκου και κέλυφος σκαθαριού. Ήταν η δική τους, η αγαπημένη τους Κάισα, που τους έδειχνε χαμογελαστά τον καφέ που ήταν ήδη σερβιρισμένος στο τραπέζι. Τα Χριστούγεννα, βλέπετε, μπορούν ακόμα και τα παιδιά να πιουν καφέ και να φάνε πεντανόστιμα χριστουγεννιάτικα γλυκά. Απ’ έξω οι άνθρωποι περνούσαν σαν ποτάμι και πήγαιναν στην εκκλησία που ήταν πλημμυρισμένη στο φως των κεριών.
Ο Ρίκι και η Λότα κοιτάχτηκαν. Δεν υπήρχε λόγος να πουν στην Κάισα ότι μόλις είχαν επιστρέψει από τη γιορτή των ξωτικών. Σίγουρα θα γελούσε και θα ισχυριζόταν ότι όλο το βράδυ κοιμόντουσαν ήσυχα στα κρεβάτια τους.
Τι ακριβώς συνέβη δεν το ξέρω καλύτερα από εσάς, μικροί μου φίλοι. Κι ακούστε. Ακόμα κι αν ξέρουμε, ας κάνουμε πως δεν ξέρουμε τίποτα. Σύμφωνοι; Ένα πράγμα όμως ξέρω καλά.
Ότι το πνεύμα των Χριστουγέννων κατέκλυσε τον Ρίκι και τη Λότα κι αποφάσισαν να γίνουν πολύ καλά παιδιά. Λέτε να τα κατάφεραν; Καλύτερα να ρωτήσετε τα ίδια.


Απόδοση από τα φινλανδικά: Μαρία Μαρτζούκου








Τοπέλιους, Ζαχαρίας (Topelius, Ζacharias, 1818-1898): Συγγραφέας, δημοσιογράφος και παιδαγωγός, επηρέασε την ανάπτυξη της φινλανδικής κοινωνίας. Καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Ελσίνκι (1854-1878), ασχολήθηκε με τη συγγραφή σχολικών βιβλίων από τα οποία διδάχτηκαν πολλές γενιές Φινλανδών. Πρωτοστάτησε (με τον ποιητή Γιόχαν Λούντβιχ Ρούνεμπεργκ, τον φιλόσοφο Γιόχαν Βίλχελμ Σνέλμαν και τον γιατρό Ελίας Λένροτ, που συνέθεσε και το έπος Καλεβάλα) στην αφύπνιση της φινλανδικής εθνικής συνείδησης.