maanantai 9. marraskuuta 2015

JEAN SIBELIUS. Ο μεγάλος συνθέτης της χώρας που αγωνίζεται



  Ο άνισος αγώνας της Φιλλανδίας με εχθρό που διαθέτει ασύγκριτα υπέρμετρες δυνάμεις, έκανε την ηρωϊκή αυτή χώρα συμπαθή σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αλλ’ εκτός απ’ αυτό, η πολιτισμένη τούτη χώρα είναι γνωστή στον έξω κόσμο κι’ απ’ τους μεγάλους της αρχιτέκτονες, τους διάσημους αθλητές της –όπως ο μαραθωνοδρόμος Πάαβο Νούρμι– και τους συνθέτες της, που ανάμεσα τους γνωστότερος είναι ο Σιμπέλιους. Τα έργα του παίχτηκαν και παίζονται ακόμα από πολλές συμφωνικές ορχήστρες της Ευρώπης. Πριν από μια γενεά, ο Τσαϊκόφσκη εύρυνε το περιεχόμενο και τη μορφή της συμφωνίας. Σήμερα ο Σιμπέλιους αναπτύσσει τη μορφή ακόμα περισσότερο, χρησιμοποιώντας νέα λογική, όσον δε αφορά το περιεχόμενο, του δίνει καινούργιο τόνο, τον εθνικό.
Ό,τι διακρίνει τη μουσική του Σιμπέλιους, τόσο στα μεγάλα έργα όσο και στα ποικίλα μικρότερα έργα του, που τον έκαναν αγαπητό και στο πολύ, το μη μουσικό κοινό, δεν είναι ο εθνισμός τους, αλλά η… γεωγραφία τους. Η μουσική του είναι η μουσική του μακρυνού βορρά. Οι συμφωνίες του, που είναι αληθινά μεγάλης αξίας συνθέσεις, εξαϋλώνουν τη γεωγραφία μέσα στην ατμόσφαιρα τους, στην ασκητική τους διάθεση και στο ξεχωριστό τους χρώμα. Τα διακριτικά αυτά γνωρίσματα είναι το φόντο απ’ όπου εκπηγάζει το παγκόσμιο μήνυμα.
Τα μικρότερα έργα του χρωστάνε την έμπνευσή τους σε δράματα που απαιτούνε μουσικήν υπόκρουση. Το «Θλιμένο Βαλς», υπέροχο στο είδος του–, σ’ ορισμένα σημεία, όσον αφορά την έμπνευσή του, είναι πολύ αδύνατο, αν το συγκρίνει κανένας με άλλα έργα του, που τα διακρίνει έντονη συγκέντρωση. Οι εκλογές που γράφτηκαν για τον «Πελλέα και Μελισσάνδη» έγιναν παγκόσμια γνωστές, τόσο που τις ακούει πια κανείς και σε πλάκες γραμμοφώνου. Τα αποσπάσματα κι’ ένα πένθιμο εμβατήριο ανήκουν στην κατηγορία των έργων διευθυντού ορχήστρας.
Η συλλογή των μικρότερων έργων του μπορεί να επικριθεί για την μελαγχολία που τα διακρίνει –εξόν από το ιντερμέτζο στον «Πελέα». Εκτός από τα μεγάλα του έργα, ο Σιμπέλιους έχει συνθέσει κι’ ένα περίεργο αινιγματικό μουσικό κομμάτι, που έχει τον τίτλο «Ο βάρδος» και χρωστάει την έμπνευσή του στους θρύλους των βορείων. Τη μουσική της «Τρικυμίας» του Σαίξπηρ πολλοί κριτικοί του δεν την κατατάσσουν ανάμεσα στα μεγάλα έργα του Σιμπέλιους. Στην τελευταία βγαλμένη συλλογή του, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω, μπορεί κανείς να μελετήσει ως ένα ορισμένο σημείο τα γνωρίσματα του μουσικού έργου του Σιμπέλιους, ξεχωριστά απ’ τις βαθύτερες και προσωπικότερες εκδηλώσεις της σκέψης του, που βρίσκονται στις πιο συγκεντρωμένες συνθέσεις του.

Α.
Νέα Εστία, τχ. 314, 15 Ιανουαρίου 1940 
 

O μουσουργός Σιμπέλιους


O ΔHMOTIKΩTEPOΣ ANΘPΩΠOΣ THΣ HPΩΙKHΣ ΦINΛANΔIAΣ

Δεν χρειάζεται να είνε κανείς φανατικός μουσικόφιλος για να γνωρίζη το “Λυπητερό βαλς”, όπως και τον “Θάνατο της Ας”. Το ραδιόφωνο μας μεταδίδει τακτικώτατα τα δύο αυτά κομμάτια, που όλοι μας ξέρουμε ότι το δεύτερο είναι του Γκρηγκ, και το πρώτο του Σιμπέλιους.
Πιθανόν όμως ν’ αγνοούν πολλοί ότι οι πρώτες ιδέες, που ενέπνευσαν αυτές τις περίφημες μουσικές συνθέσεις, έχουν κάποτε ομοιότητες μεταξύ τους.
Ο “Θάνατος της Ας” είνε ένα μέρος από την μουσικήν της σκηνής, την οποίαν συνέθεσεν ο Γκρηγκ για το θεατρικό δράμα του Ίψεν, τον “Περ Γκυντ”. Μια γρηά μητέρα είνε στα τελευταία της. Και ο γυιος της προσπαθεί να πραΰνη την επιθανάτιο αγωνία της και της διηγείται πως την σέρνει με το έλκυθρο ανάμεσα στη στέππα. Έτσι, η γρηούλα, χωρίς να το νοιώση, γλυστράει απαλά από τον ένα κόσμο στον άλλον.
Το «Λυπητερό βαλς» είνε επίσης βγαλμένο από ένα δράμα του Γιάρνεφελτ.[1] Κι’ εδώ είνε η ιστορία μιας μητέρας, που βρίσκεται στο χείλος του θανάτου. Το παραλήρημα την μεταφέρει σε μιαν αίθουσα χορού. Ο γυιος της μάταια προσπαθεί να την εμποδίση να χορέψη. Χορεύει με όλους του χορευτές μέχρι του τελευταίου, που είνε ο ίδιος ο θάνατος.
Κι όπως ο «Θάνατος της Ας» επέβαλε παντού το όνομα του Nορβηγού μουσικού, έτσι και το «Λυπητερό βαλς» έκανε πασίγνωστον τον συνθέτη του, μολονότι αυτό είνε ένα από τα μικρότερα έργα του.
Γιατί η μεγαλύτερη αξία του Σιμπέλιους και εκείνο, που μας κάνει να τον θαυμάζουμε περισσότερο, είνε ότι μας εγνώρισε καλύτερα από κάθε άλλον, την ηρωϊκήν χώραν του. Δεν είνε υπερβολή αν πούμε ότι ο Σιμπέλιους είνε τόσον δημοφιλής σήμερα στην Φινλανδία όσον και ο Μάννερχέιμ.[2]
Η Φινλανδία δεν είνε μόνον η χώρα των πολλών λιμνών, αλλά και η χώρα των δέκα χιλιάδων τραγουδιών. Σε κανένα μέρος του κόσμου η μουσική δεν είνε τόσον πλούσια, τόσον φυσική, τόσον αυθόρμητη όσον στην Φινλανδία. Έχουν τραγούδια για όλες τις στιγμές της ζωής, που βγαίνουν από την ίδια την απλοϊκή καρδιά των ανθρώπων της χώρας αυτής. Και να, για παράδειγμα, αυτό το νανούρισμα, που είνε μιας απλής χωριατοπούλας των περιχώρων του Όουλου:

Kοιμήσου σπουργιτάκι μου.
O ύπνος χτυπάει την πόρτα μας.
Και ο ύπνος λέει:
“Δεν είν’ εδώ κάποιο γλυκό παιδάκι που θέλει να κοιμηθή;
διάβηκα τα χιόνια.
Χωρίς να μ’ αγγίση μια νεράιδα
Για νάρθω να το πάρω.
Και να το πάω στη μεγάλη λευκή σιωπή...
Κοιμήσου σπουργιτάκι μου,
Κι ανοίγω εγώ την πόρτα στον ύπνο.

Οι Φινλανδοί συνοδεύουν του είδους αυτού τα τραγούδια μ’ ένα παλαιότατο μουσικό όργανο, που το λένε «κάντελε» και που μέσα στην περίφημη εθνική εποποιΐα, την «Κάλεβάλα», αναφέρεται ως η «μαγική πηγή της αιώνιας χαράς».
Διηγούνται πως όταν ο Σιμπέλιους ήταν μικρό παιδάκι έφτιασε μια «κάντελε» από φλοιόν σημύδας. Αυτό δείχνει πως είχε μέσα του το αίμα της ράτσας, της ράτσας των ανθρώπων των δασών.
Το ότι έχει μια τέτοια καταγωγή επιβεβαιώνεται και από το όνομά του. Η κατάληξη «ιους» που μας φαίνεται λατινική, στην Φινλανδία είνε το σημάδι της πιο αυθεντικής αριστοκρατίας. Πιστοποιεί, όπως για τον Bαλλένιους,[3] τον νικητήν του Σούομμουσσάλμι, τις οικογένειες των «μεγάλων υλοτόμων» της Φινλανδίας.
Οπωσδήποτε κανένα λαϊκό όργανο δεν μπορεί καλύτερα από κάντελε, με τη συνήχησι των χαμηλών χορδών της και το διαυγές αποστάλαγμα των υψηλών χορδών, να θυμίση την καταιγίδα, που έρχεται από την Bαλτική, και την χιονοθύελλα, που έρχεται από τον Bορρά.
Με την κάντελε στο χέρι ο μικρός Σιμπέλιους έφτιαχνε δικά του τραγούδια.
Γυιος ενός αρχιάτρου, ο Iωάννης Σιμπέλιους, όταν έφθασε σε ηλικία 18 ετών έπρεπε ν’ αποφασίση τι στάδιον θ’ ακολουθήση.
Αλλά πιάνοντας παρέα με τους φοιτητάς του Eλσίνκι, που σχημάτιζαν ωδικούς ομίλους, δεν άργησε να καταλάβη ποια ήταν η πραγματική του κλίσις. Κι αυτή ήταν η μουσική. Αρχίζει λοιπόν να μελετά πρώτα στην Γερμανία έχοντας δάσκαλο τον Γιοχάνες Mπραμς, που ήταν μεταξύ των αντιπάλων του Pίχαρδ Bάγνερ. Ίσως βρίσκεται κάποτε ακόμη στην τέχνη του κάτι από τον ακαδημαϊσμό εκείνον, που εδιδάχθη στην γερμανική σχολή. Αλλ’ αυτό συμβαίνει όταν το τραγούδι του δεν εμπνέεται από τη χώρα του, τη σοβαρή και ήρεμη χώρα, με τα έλατα και τις σημύδες της.
Ο Σιμπέλιους ήντλησε κυρίως την έμπνευσί του από την «Κάλεβάλα». Από θέματά της εμπνεύστηκε κι έγραψε τον «Kύκνο του Tούονελα». Και το «Ένα παραμύθι», που έγιναν λαϊκά. Μα έγραψε ακόμη περίφημες μελωδίες και επτά συμφωνίες που είνε κλασικές.
Το συμφωνικό του έργο θα το συνεπλήρωνεν εφέτος με την «Συμφωνία του σπορ», που την συνέθεσεν επ’ ευκαιρία των Oλυμπιακών αγώνων. Τώρα η Συμφωνία αυτή, ως την ημέρα που είχαν ορισθή οι αγώνες, που φυσικά δεν θα γίνουν, μπορεί να μετατραπή, προσθέτοντας μερικές φανφάρες ο συνθέτης, σε «Συμφωνία της Nίκης». Στη συμφωνία του αυτή ο Σιμπέλιους δεν ψάλλει κάτι, που του είνε άγνωστο. Η αλκή του είνε πιστότατα συνδεδεμένη με τον αθλητισμόν. Στη νεότητά του ήταν πρωταθλητής της δισκοβολίας. Και τώρα ακόμη, που είνε 72 χρονών, εξακολουθεί να ασκήται, στο δρόμο, στο σκι και στο κολύμβημα. Αλλως τε σ’ αυτά οφείλει, καθώς και στο «σάουνα» (το φινλανδικό λουτρό ατμού και χιονιού), την θαλερότητά του. Ο ίδιος μάλιστα λέει πως κατέχει το μυστικό για να ζήση ως εκατό ετών.
Άνθρωπος των δασών, σαν αληθινό παιδί του Σούμι [Φινλανδία], είνε και υλοτόμος στην ψυχή. Του αρέσει να πηγαίνη κάθε πρωί στο δάσος και να βοηθή τους ξυλοκόπους στη δουλειά τους. Μετά τη δουλειά τους μαζεύει όλους και τραγουδούν. Και τότε κάτω από τα φυλλώματα των δένδρων, που μοιάζουν το θόλο εκκλησίας, υψώνεται το εθνικό του έργο: η Φινλανδία.
Όταν ακούη κανείς τη μουσική του Σιμπέλιους μεταφέρεται στον εγκάρδιο, τον ήσυχο εκείνο τόπο, την ηρωϊκή εκείνη χώρα, που δεν εννοεί να εγκαταλείψη, μολονότι τον πιέζουν, γιατί θέλει ν’ ακολουθήση μέχρι τέλους την υπέροχη συμβουλή της «Κάλεβάλα»: Mην κάνης τίποτε άλλο κι’ άκουε μονάχα τη φωνή του ελάτου, που στη ρίζα του είνε κτισμένη η κατοικία σου.
Γιατί η Φινλανδία, ένα από τα τελευταία άσυλα των ονείρων μας, λέγει ο Zώρζ Nτυαμέλ, είνε και το ασφαλέστερο άσυλο της μουσικής, που δεν είνε τίποτε άλλο από την ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων...

ZOZE MΠPYP
ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΝΕΑ, 27 Φεβρουαρίου 1940



[1] Γιάρνεφελτ, Άρβιντ (Järnefelt, Arvid, 1861-1931): Φινλανδός συγγραφέας. Καταπιάστηκε με τα προβλήματα των κολλήγων και διακήρυξε τα ιδανικά της γνήσιας, ταπεινής ζωής, τη σημασία της χειρονακτικής εργασίας, τη σπουδαιότητα της αγάπης προς τον πλησίον.
[2] Μάννερχέιμ (Carl Gustaf Emil Mannerheim, 1867-1951): Αξιωματικός του ρωσικού στρατού στην περίοδο της αυτονομίας, μια από την κυριότερες μορφές της ανεξάρτητης Φινλανδίας. Επικεφαλής του στρατού της Φινλανδικής Δημοκρατίας στον εμφύλιο του 1918 και κατά την περίοδο 1939-1945. Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1944-1946).
[3] Βαλλένιους (Wallenius, Κurt Martti, 1893-1984): Ο στρατηγός Βαλλένιους εκπαιδεύτηκε στη Γερμανία. Πήρε μέρος στο φινλανδικό εμφύλιο πόλεμο με τον εθνικό στρατό (1918). Κατά τη διάρκεια του «Πολέμου του Χειμώνα» ήταν επικεφαλής των φινλανδικών δυνάμεων στη Λαπωνία. Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1940 ανέλαβε τη διοίκηση της άμυνας στο Βίιπουρι για λίγες μόνο μέρες. Στη συνέχεια πέρασε στις εφεδρείες.

torstai 15. lokakuuta 2015

F.E.Sillanpää, ο βραβευμένος του Νόμπελ

F.E.Sillanpää, ο βραβευμένος του Νόμπελ


Ο Φ.Ε. Σίλλανπάα, ο διασημότερος από τους συγγραφείς της σύγχρονης Φιλλανδίας, γεννήθηκε στις 16 του Σεπτέμβρη του1888 στην κωμόπολη Χάμεενκύρο, πούναι χτισμένη στη συνοριακή συμβολή δύο επαρχιών στα δυτικά της Φιλλανδίας. Οι πρόγονοί του ήταν χτηματίες ανεξάρτητοι από οικονομική πλευρά. Ωστόσο ο πατέρας του δεν είχε τίποτα δικό του, ούτε το σπίτι που κατοικούσαν, και δούλευε σε ξένα χωράφια. Τα παιδικά χρόνια του κατοπινού συγγραφέα πέρασαν ήρεμα κι’ ευτυχισμένα. Στα βιβλία του ο αναγνώστης συναντά πολλές αφηγήσεις για τις μοναχικές περιπλανήσεις και τις αθώες εκείνες αλητείες του μικρού παιδιού στους γελαστούς και γόνιμους κάμπους της πατρίδας του. Ύστερα ήρθανε τα χρόνια του σκολείου, η πρώτη του επαφή με την πολιτεία, το Τάμπερε, το «Φιλλανδέζικο Μάντσεστερ», καθώς το λένε. Ο Σίλλανπάα ήτανε καλός μαθητής, στα 1908 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Χελσίνκι για να παρακολουθήσει φυσικές επιστήμες. Τα πέντε χρόνια που αφιέρωσε στις πανεπιστημιακές μελέτες τον βοηθήσανε να σχηματίσει αυτή τη βιολογική και βαθύτατα πρωτότυπη «κοσμοθεωρία» του, που αποτελεί το φιλοσοφικό έρμα όλων των έργων του. Γνωρίζεται με τους φιλολογικούς και τους καλλιτεχνικούς κύκλους και γίνεται μέλος μιας ομάδας που μένει πιστή στην επαρχία και που διαπρεπέστερα μέλη της είναι ο μουσικός Ζαν Σιμπέλιους, ο ζωγράφος Έερο Γιάρνεφελτ[1] κι’ ο συγγραφέας Γιούχανι Άχο.[2]
Χωρίς να περιμένει τις εξετάσεις του, ο Σίλλανπάα γυρίζει απροσδόκητα το βράδυ των Χριστουγέννων του 1913 στο πατρικό του σπίτι. Περνά κάποια σφοδρότατη πνευματική κρίση, που τον αναγκάζει να εγκαταλείψει την επιστήμη για τα γράμματα, κι’ η επιστροφή του στο στενό περιβάλλον των παιδικών του χρόνων τον κάνει να προσχωρήσει σιγά-σιγά σ’ «εκείνη τη μορφή της ζωής όπου ανθούν η εργασία, η χαρά κι’ ο μόχθος», όπως θα πει αργότερα ο ίδιος.
Στα 1916 παντρεύεται μια νέα χωριάτισσα και δημοσιεύει το πρώτο του ρομάντσο. Πιο πριν είχε γράψει μερικά διηγήματα, που έκαναν πολύ καλή εντύπωση, κι’ ένιωσε παράφορους ενθουσιασμούς για μερικούς ξένους συγγραφείς, όπως ο Χάμσουν, ο Μαίτερλινκ κι ο Στρίντμπεργκ, που άσκησαν απάνω του μεγάλη επιρροή και ξύπνησαν το δημιουργικό του ταλέντο.
Ο Σίλλανπάα ζη τώρα στην πρωτεύουσα της χώρας του, το Χελσίνκι, κι’ η μεγαλοπρεπής φυσιογνωμία του με τον πληθωρικόν αυθορμητισμό της ξεχωρίζει ανάμεσα στον εκλεκτότερο φιλολογικό και καλλιτεχνικό κόσμο της πρωτεύουσας. Όσο για τις πολιτικές πεποιθήσεις του, ο Σίλλανπάα μένει πιστός στο σκανδιναυικό χαραχτήρα της Φιλλανδίας και προς την κατεύθυνση τούτη εργάστηκε πάντα με φανατισμό.
Το πρωτόλειό του «Η Ζωή κι’ ο Ήλιος» αποκάλυπτε σπάνιες συγγραφικές ικανότητες, και τα διηγήματά του, που αργότερα, στα 1917, τάβγαλε σε τόμο, δέχτηκαν τον θερμόν έπαινον της κριτικής. Μολονότι η φιλλανδική λογοτεχνία από την εποχή του Άχο, ήταν πολύ κοντά στη φύση κι’ εμποτισμένη από λεπτότατο λυρισμό, το έργο του Σίλλανπάα παραμένει ωστόσο απαράβλητο. Το θέμα του ρομάντσου είναι πολύ απλό. Περιγράφει τα συναισθήματα ενός νέου και δύο νέων γυναικών κάποιες καλοκαιρινές βδομάδες. Ο συγγραφέας ζωγραφίζει με λεπτότατες αποχρώσεις την παράλληλη ωρίμανση της καλοκαιριάτικης φύσης και των συναισθημάτων στους ήρωές του, που με μια παράξενη παθητικότητα κι’ αυτοεγκατάλειψη, αφήνονται στην ηδονή του να «υποστούν» τη ζωή μ’ όλες τους τις αισθήσεις. Ο Σίλλανπάα αρέσκεται να βλέπει τη ζωή από πολλές πλευρές. Διαβάζοντάς τον, νομίζει κανείς πως προσπαθεί να μεταφράσει σε ποίηση τη σχετικότητα.
Τα πρώτα διηγήματά του περιέχουν μερικά χαραχτηριστικά πορτραίτα προσώπων, ολότελα ασήμαντων στην πρώτη ματιά, όπως είναι, λόγου χάρη, οι υποταχτικοί ενός αγροχτήματος, μα που μεσ’ από τούτα ακριβώς ξεχωρίζει ο άνθρωπος που ζει στις πιο μυστικές κι’ εσώτερες περιοχές του είναι. Στις καλύτερες απ’ τις νουβέλλες του, ο Σίλλανπάα φαίνεται να δίνει ζωή σ’ ένα «εσώτερο χρόνο». Επικαλείται, σε μικρότερο βέβαια βαθμό παρ’ ό,τι ο Μαρσέλ Προυστ κι’ ο Τζαίημς Τζόυς, την ανάμνηση της ψυχής. Κάποτε προσπαθεί να επιτύχει μια συνολική εντύπωση που θυμίζει τον «ομοψυχισμό» του Ζυλ Ρομαίν. Ο Σίλλανπάα είναι ο πρώτος μεγάλος σύγχρονος της Φιλλανδικής λογοτεχνίας.
Η τραγική πείρα του Πολέμου, που σ’ αυτόν η Φιλλανδία χρωστά την ανεξαρτησία της, αποτελεί το φόντο του μυθιστορήματός του «Αγία Δυστυχία», που ανέβασε τον Σίλλανπάα στην πρώτη γραμμή των Φιλλανδών συγγραφέων. Το μυθιστόρημα τούτο πρωτοδημοσιεύθηκε στα 1919. Αναλύοντας με την ήρεμη διάθεση του φιλοσόφου την κοινωνία, ο συγγραφέας ήθελε να ξεφύγει από την κατάθλιψη που βάραινε τους συμπατριώτες του σ’ όλην αυτή την αποφασιστική δοκιμασία. Ο λυρικός ζωγράφος των φευγαλέων εντυπώσεων έγινε αυστηρός και αντικειμενικός αφηγητής. Είναι η «ιστορία ενός επεισοδίου». Το κύριο πρόσωπο είν’ ένας παρίας της υπαίθρου, ένας απλός και ράθυμος χωριάτης, που τον παρασέρνει η ανεμοθύελλα της κόκκινης επανάστασης. Ο συγγραφέας προσπαθεί ν’ αποδείξει πώς ο Γιούχα Τόιβολα, ο άνθρωπος αυτός με το νωθρό πνεύμα, του οποίου η ζωή δεν είναι παρά αδιάσπαστη συνέχεια άχαρων και στεγνών ημερών, βρίσκεται ξαφνικά υποχρεωμένος να πάρει μιαν απόφαση που ξεπερνά τις δυνάμεις του. Ο συγγραφέας νιώθει ζωηρόν οίκτο μπροστά σ’ αυτό το «δράμα του πρωτόγονου ανθρώπου», για να χρησιμοποιήσουμε τον ορισμό ενός βιογράφου του Σίλλανπάα, του Τ. Βάασκιβι.[3] Η ίδια βαθειά κατανόηση των νικημένων της ζωής αναδίδεται από τη συλλογή διηγημάτων «Αγαπημένη Πατρίδα» (1920), όπου ο συγγραφέας, γιομάτος μελαγχολία, πρόσβλεπε τη ζωή των «κορυφών που την κατακαλύπτουν!»
Τα χρόνια που ακολουθούν φέρνουν ένα κάποιο σταμάτημα στο επικό έργο του Σίλλανπάα. Υλικές και άλλες φροντίδες τον εμποδίζουν να πραγματοποιήσει τα μεγάλα σχέδια που εγκυμονεί. Γνωρίζεται με τα έργα του Σπένγκλερ, που τον γοητεύουνε με τη μορφολογική τους θεώρηση της ανθρώπινης ειμαρμένης. Λογαριάζει να γράψει ένα μεγάλο μυθιστόρημα, του οποίου η δράση θα ήτανε στην εποχή του Χριστού. Στα 1923 τελειώνει μια μεγάλη νουβέλλα «Χίλτου και Ράγκναρ», όπου αφηγείται, σ’ ένα σχεδόν νατουραλιστικό στυλ, την ιστορία μιας χωριάτισσας που ο σύνδεσμός της μ’ ένα νέο της πολιτείας την οδηγεί στην αυτοκτονία.
Όμως η δημιουργική ιδιοφυία του Σίλλανπάα προσανατολίζεται ασυναίσθητα σε περιοχές όπου ελάχιστοι από τους θαυμαστές του θα φαντάζονταν πως έπρεπε να τον ακολουθήσουν. Οι περιγραφές του, που μαρτυρούνε μια τέχνη που έφτασε στον ανώτατο βαθμό της τελειοποίησής της, έχουνε τη φινέτσα της μινιατούρας: Οι «Προστατευόμενοι των αγγέλων», στα 1923, περιλαμβάνουν παιδικά πορτρέτα που μαρτυρούν τρυφερώτατη συγγραφική παρατήρηση, καθώς κι’ ένα ψυχολογικό δοκίμιο, όπου ο συγγραφέας αναλύει τις ηθικές αντιλήψεις του και μας λέει πώς βλέπει τον κόσμο. Ένας ωριμασμένος ρεαλισμός χαρακτηρίζει τις χωριάτικες νουβέλλες του βιβλίου «Κολλημένος στη Γη», που δημοσιεύτηκε στα 1924. Ύστερα βρίσκουμε στη συλλογή «Τόλλινμάκι» (1925) διηγήματα όπου ο συγγραφέας, θέλοντας να επιτύχει έναν τρόπο έκφρασης όσο το δυνατόν άμεσο και φυσικό, περιγράφει τον εαυτό του και το περιβάλλον του. Ο φιλοσοφικός στοχασμός του και οι προσπάθειες για μια πνευματική αποκρυστάλλωση κατέχουν σημαντικό μέρος στις συλλογές του «Εξομολόγηση» (1928) και «Ευχαριστώ, Κύριε» (1930). Η χρονολογικά τελευταία από τις συλλογές αυτές «Η Δεκάτη Πέμπτη» (1936), μας μαρτυρεί ότι ο συγγραφέας μελέτησε τις διάφορες απόψεις της ζωής της γης του όχι μόνο σαν ποιητής, μα και σαν κριτικός και διανοητής, σα θερμός μορφολόγος της πνευματικής ζωής της χώρας του.
Τα νεανικά έργα του Σίλλανπάα αποτελούσαν, από την πρώτη στιγμή, σκανδιναυικά φιλολογικά γεγονότα. Η δημοσίευση του μεγάλου ρομάντσου του «Νεκρή νέα» ήταν ένα πανευρωπαϊκό φιλολογικό γεγονός. Είναι η βιογραφία δύο ψυχών, η ιστορία ενός άντρα και της κόρης του, στους οποίους η εξασθενημένη ζωτικότητα μακρυάς σειράς ελευθέρων γαιοκτημόνων ανθεί στην ωραιότερή της άνθηση προτού σβυστεί ολότελα. Ο συγγραφέας ο ίδιος είχε διευκρινίσει πως ήθελε να ζωγραφίσει στη Σίλια, τη νέαν ηρωίδα, τη νέα Φιλλανδή σ’ όλη την παρθενική αγνότητά της, τέτοια καθώς του φάνηκε σε μιαν εποχή πυρετική και σπαραγμένη από πάθη. Το πλαίσιο του μυθιστορήματος αποτελείται από ένα αγροτικό περιβάλλον που περιγράφεται από εμπειρότατο χέρι, κι’ όπου κάνουν την πρώιμην εμφάνισή τους τα προδρομικά σημάδια του νεώτερου πολιτισμού. Σ’ αυτόν τον πλατύ ζωγραφικό πίνακα ξεχωρίζει η αξέχαστη στον αγνό και φωτεινό λυρισμό της μορφή της Σίλιας Σάλμελους, που φωτίζεται διπλά από τους φανούς του έρωτα και του θανάτου. Η μισοκοιμισμένη ακόμα ηλικία της ανάπτυξης της νέας κόρης προηγείται του φωτεινού της πρωιού, κι’ ο πρώτος έρωτας της ανθισμένης ζωής περιβάλλεται από μια θριαμβευτική, σχεδόν υπερανθρώπινη, φωταύγεια στην επαφή με το θάνατο που καιροφυλακτεί. Η φαντασία ενός πραγματικού «μαιτρ» είναι κατάδηλη στη «Νεκρή νέα», και της δίνει τη σφραγίδα μιας βαθύτατα πρωτογνώριστης αρμονίας, που αποτελεί άλλωστε και τη λυδία λίθο της κλασικής τέχνης.
Στο κατοπινό του ρομάντσο «Δρόμος ανθρώπου» (1932), ο Σίλλανπάα καταπιάνεται μ’ ένα θέμα ακόμα σιμώτερο στη γη. Το κύριο πρόσωπο, ένας νέας γαιοκτήμονας, παρατάει μια που αγαπούσε στα νιάτα του και παντρεύεται μιαν άλλη, με πλούσια προίκα αλλ’ ασθενική. Όταν η τελευταία αυτή πέθανε, ο Πάαβο Άρολα ξεπέφτει σε κακούς δρόμους. Δεν γίνεται πραγματικά άντρας σ’ όλη του την πλεριοσύνη, παρά αφού ενώσει τη μοίρα του με τη δυνατή και σφρυγηλή γυναίκα που βαθειές «εκλεκτικές συγγένειες» των ενστίκτων του προώριζαν. Το ρωμαλέο αυτό βιβλίο, θυμίζει από ορισμένες αν το πάρει κανείς πλευρές, τον Δ. Λώρενς. Κάτω από τον ήλιο και το φεγγάρι, η γόνιμη γη κι’ ο έρωτάς της φτάνει στο λογικό του τέρμα. Η επίδραση της Φύσης, που φανερώνεται παντού και από παντού κυριαρχεί, περιγράφεται κατά τρόπο σχεδόν μαγικό στην αληθινά «επική σειρά»: «Ζωές στη νύχτα του καλοκαιριού» (1934), όπου ο Σίλλανπάα φτάνει σ’ έναν αληθινό άθλο, πετυχαίνοντας να μας δημιουργήσει την αυταπάτη πως οι άνθρωποι τούτοι κι’ αυτές οι γυναίκες είναι δεσμώτες της ατελείωτης νύχτας του καλοκαιριού, αυτής της αλλόκοτης κι’ απατηλής φωταύγειας. Το δυναμικό ελατήριο που τους σπρώχνει σε δράση είναι «περ’ από το καλό και το κακό» αντλεί τη δύναμή του από κοσμογονικά βάθη άγνωστα στους ανθρώπους.
Λίγοι συγγραφείς κατώρθωσαν να φωτίσουν, από ένα μικρό κι’ ασήμαντο αγροτικό κέντρο, μια ζωή τόσο ποικίλη και δυσπερίγραπτα μεγάλη και πλούσια, όπως αυτή που συναντούμε στα βιβλία του Σίλλανπάα. Ίσως ποτέ να μην έγινε άξιος του τίτλου του μυθιστοριογράφου κατά την έννοια του όρου που αναγνωρίζουμε στους πλείστους «δασκάλους» του μυθιστορήματος. Ποιητής και στοχαστής, ζωγραφίζει μ’ αγάπη ψυχικές καταστάσεις, που φέρνουν τη σφραγίδα ενός λεπταίσθητου λυρισμού και φωτίζει μ’ έναν τρόπο εντελώς προσωπικό τις ψυχικές αντιδράσεις και τις πρωταρχικές αιτίες των πράξεών μας. Δε νομίζουμε πως υπερβάλλουμε αν πούμε πως θα ήτανε δύσκολο να βρούμε στη σύγχρονη λογοτεχνία κάποιον που να έχει τη δική του αντίληψη της φύσης και του ανθρώπου. Οι αναγνώστες του μαθαίνουν να βλέπουν τη ζωή με καινούργιο τρόπο, πλουσιώτερο, που βρίσκεται σε διαρκή και στενή συνάφεια με τις άπειρες απόψεις της ανθρώπινης ζωής. Ο Σίλλανπάα γνωρίζει την τέχνη να μας δείχνει τη ζωή από μια πλευρά παράξενα οργανική. Η ζωή ξεπηδάει απ’ τη γνήσια πηγή της σ’ αυτόν, γίνεται μύθος και μας κάνει να διαισθανόμαστε τον πρωτόγονο άνθρωπο. Ο Σίλλανπάα είναι ο ραβδοσκόπος του ενστίκτου, του οποίου αποκαλύπτει τις εκφράσεις εκείνες που βρίσκονται κρυμμένες στα μυχιαίτατα του ανθρώπου. Κι’ η ποίηση του, λουσμένη από μια παράξενη βαθειάν απλοϊκότητα, μας ξαναφέρνει σ’ αυτή τη μυστική επαφή με τη φύση που είχαμε χάσει.

LAURI VILJANEN[4]
Νέα Εστία, τχ.313, 1 Ιανουαρίου 1940



[1] Γιάρνεφελτ, Έερο (Järnefelt, Εero Nikolai, 1863-1937): Ζωγράφος και καθηγητής, από τους σπουδαιότερους της εποχής του, αδελφός του συγγραφέα Άρβιντ Γιάρνεφελτ. Σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης, το Παρίσι και την Ιταλία. Μέλος και πρόεδρος (1930-34) της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Φινλανδίας.
[2] Άχο, Γιούχανι (Aho, Juhani, 1861-1921): Ένας από τους μεγαλύτερους Φινλανδούς συγγραφείς και από τους γνωστότερους στην Ευρώπη. Στη δεκαετία του 1890 τα έργα του είχαν ήδη μεταφραστεί σε δέκα γλώσσες. Ρεαλιστής στην αρχή, απεικονίζει στα έργα του την πάλη του παλιού με το νέο, όπως για παράδειγμα στο μυθιστόρημα Ο Σιδηρόδρομος (Rautatie, 1884), στο οποίο περιγράφει το πρώτο ταξίδι ενός ηλικιωμένου ζευγαριού από την επαρχία στην πρωτεύουσα και μάλιστα με το καινούργιο μέσο. Αργότερα πέρασε στον νατουραλισμό και στον νεορομαντισμό. Το μυθιστόρημα Η γυναίκα του παπά (Papin rouva, 1895), με πολύ καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες και λυρικότατες περιγραφές της φύσης, θεωρείται το σπουδαιότερο έργο του. Ο Άχο υπήρξε επίσης μάστορας του διηγήματος. Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί μια συλλογή διηγημάτων του με τον τίτλο Ο Κατατρεγμένος και άλλα διηγήματα (εκδ. Βασιλείου, Αθήνα 1921, μφρ. Λ. Κουκούλας).
[3] Tάτου Βάασκίβι (Tatu Vaaskivi, 1912-1942): Συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας και δοκιμιογράφος.
[4] Λάουρι Βίλγιανεν (Lauri Viljanen, 1900-1984): Ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφραστής. Διετέλεσε καθηγητής λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια του Τούρκου (1926-1950) και του Ελσίνκι (1954-1967).

maanantai 12. lokakuuta 2015

Pakolaisapua taksilla ja laivalla Ateenasta Kreikan saarille

Pakolaisapua taksilla ja laivalla Ateenasta Kreikan saarille


Kreikkaan oli saapunut elokuun loppuun mennessä tänä vuonna jo lähes 250 000 pakolaista, ja vauhti on vain kiihtynyt: syyskuussa International Organization for Migration arvioi, että päivittäin Kreikan saarille saapui keskimäärin 4500 henkeä ja tällä hetkellä luku on noin 7000 henkeä. Tämä maahan, joka ei pysty tarjoamaan omille kansalaisilleen kattavaa terveydenhoitoa tai sosiaaliturvaa Kreikan kriisin seurauksena.

Ateenalaisten auttamishalua kriisi ei tunnu kuitenkaan vähentäneen. Kreikkalainen pakolaisia avustava hyväntekeväisyysjärjestö METAction (kreikaksi METAdrasi) ja Ateenassa toimiva uusi taksiyhtiö Taxibeat järjestivät 30.9. tempauksen Lesboksen ja Samoksen saarille sekä Idomeniin saapuneiden pakolaisten auttamiseksi. Avustusten kerääminen mahdollisimman läheltä on myös ekologisesti ja logistisesti vankalla pohjalla: tavaratoimitukset saapuvat nopeasti perille ja kuljetuskustannukset jäävät pieniksi.

Kuva: Taxibeat 30.9.2015 (lisää kuvia osoitteessa goo.gl/rkaiqJ).

Kuuden tunnin ajan oli mahdollista hälyttää matkapuhelimen kautta paikalle taksi, joka nouti ilmaiseksi lahjoitukset luovuttajalta lajittelukeskuksiin. Tavaratulva oli valtava: 120 taksia ja 15 minibussia noutivat lähes 1100 hengeltä lahjoituksia, ja lisäksi yli 300 toi oman apunsa suoraan keräyspisteisiin. Lahjoittajia olisi ollut vielä enemmän kuin mihin taksit päivän ja illan aikana ehtivät: heitä ilmoittautui lähes 2600. Yli 200 henkeä osallistui lisäksi tavaroiden noutoon ja lajitteluun. Jokaisen taksin apuna oli vapaaehtoinen. Tavaroiden lajittelu, pakkaus ja toimitus perille kestivät lähes viikon ajan. Kaikkiaan kuusi kontillista vaatteita, välttämättömiä hygieniatuotteita, peitteitä, leluja, vaippoja ja ruokaa on nyt saapunut määränpäähänsä: Samoksen saarelle toimitus saapui 2.10. ja Lesbokselle sekä Idomeniin 5.10. Kreikkalaiset juna- ja laivayhtiöt vastasivat ilmaiseksi kuljetuksista (TrainOSE, Hellenic Seaways ja Blue Star Ferries). Lahjoituksia riitti myös muualle kuin saarille: vuoden 2004 olympialaisia varten rakennettuun Galatsin halliin on nyt majoittuneena noin tuhat turvapaikanhakijaa ja lisäksi Greek Forum of Refugees sai osansa tavaratoimituksista.

Jari Pakkanen

Kirjoittaja on Ateenan-instituutin johtaja.


Lähteet (kaikki luettu 11.10.2015)
BBC, ’Migrant arrivals in Greece 'surge' to 7,000 daily – IOM’ (artikkelin päiväys 9.10.2015), www.bbc.com/news/world-europe-34483681.
Elle, ‘Στείλτε είδη πρώτης ανάγκης στους πρόσφυγες με τη βοήθεια του Taxibeat’, www.elle.gr/article.asp?catid=37229&subid=2&pubid=130173202.
Konstantinos, ‘Στείλε βοήθεια κι εσύ, με το πάτημα ενός κουμπιού [UPDATES]’ (päiväys 23.9.2015), taxibeat.gr/2015/09/23/help-with-taxibeat/.
Konstantinos, ‘Ο απολογισμός της δράσης μας: 6 κοντέινερ ανθρωπιστικής βοήθειας σε 4 ώρες’ (päiväys 9.10.2015), taxibeat.gr/2015/10/09/refugeesgr-taxibeat-outcome/.
Kougiannou, Angeliki, ’ Τα αποτελέσματα της δράσης του Taxibeat και της ΜΕΤΑδρασης για τους πρόσφυγες: 6 κοντέινερ ανθρωπιστικής βοήθειας σε 4 ώρες’, Huffington Post Greece (artikkelin päiväys 9.10.2015), www.huffingtonpost.gr/2015/10/09/stin-praksi-taxibeat-voitheia-prosfuges_n_8268346.html.
METAction – METAdrasi, ‘METAction joins forces with Taxibeat startup’ (päiväys 6.10.2015), www.metadrasi.org/eng/newsentry/entry134.